Ειδήσεις σε τίτλους

 

 

 

 

 
 

 

Αρχείο


Του Σίμου Ανδρονίδη
 
Το κείμενο αφιερώνεται σε όλους όσοι αγωνίζονται για να κλείσουν» τα  διάκενα που «χάραξε» η βίος και το μίσος της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής
«Εκείνο που παραμένει πέρα από τις μνήμες είναι και το αλμυρό χώμα από τα ποτάμια των δακρύων και του κουρασμένου ιδρώτα που χύθηκαν. Ποιος θα γευόταν άραγε αυτό το χώμα που πατάμε»; (Βαγγέλης Χρόνης, ‘Αλμυρό Χώμα’, 2014).
Η προσπάθεια ανάλυσης της κοινωνικής και εκλογικής «διείσδυσης» του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής στο εσωτερικό του εργατικού μπλοκ είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή  τείνει να συγκροτηθεί ως ένας ιδιότυπος «ιδεολογικός μηχανισμός» που επιδιώκει τον δομικό επικαθορισμό του πεδίου του κοινωνικού. Σε αυτό το πλαίσιο αρθρώνει και «συγκροτεί» τον ρατσιστικό λόγο του μίσους, «διαχέοντας» τον στις «γωνίες» του κοινωνικού «χώρου» και νοηματοδώντας τον ως «ολικό» πλαίσιο μίας διχαστικής ερμηνείας του κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού γίγνεσθαι. 
«Πράγματι είναι σωστότερο να πούμε, πως κάθε μηχανισμός του κράτους, είτε καταπιεστικός είτε ιδεολογικός, «λειτουργεί» συγχρόνως και με βία και με ιδεολογία,  με μόνη τη διαφορά ότι το ποσοστό συμμετοχής των δύο αυτών στοιχείων ποικίλλει σημαντικά στη λειτουργία καθενός από τους κρατικούς μηχανισμούς, πράγμα που δεν επιτρέπει καμιά απολύτως σύγχυση».  Και είναι ακριβώς  αυτό το κρίσιμο και «κρισιακό» σημείο που αναδεικνύει ο Λουί Αλτουσέρ που μας επιτρέπει να κάνουμε την εξής  υπόθεση: η Χρυσή Αυγή λειτούργησε ως ένας περιώνυμος και ιδιότυπος «ιδεολογικός μηχανισμός» που έτεινε να συγκροτήσει σε όλον την ρατσιστική ιδεολογία του μίσους και του αποκλεισμού, ενώ, την ίδια στιγμή, ασκώντας πολύπλευρή λεκτική και σωματική βία ανασημασιοδότησε το πεδίο του κοινωνικού. 
Έτσι, δύναται να υπεισέλθουμε στον διανοητικό «καρπό» του Λουί Αλτουσέρ. Ο «ιδεολογικός μηχανισμός» της διχαστικής επαναδιατύπωσης των κοινωνικών όρων ενάλλασσε το ιδεολογικό πρόταγμα  του πολύπλευρου ρατσισμού με το σημαίνον της άσκησης λεκτικής και σωματικής βίας που αποκρυσταλλωνόταν στο πεδίο του κοινωνικού. Το ευρύτερο «κρισιακό» (και βίαιο) νεοναζιστικό πράττειν επεδίωξε την παραγωγή «συγκλίσεων» στο εσωτερικό του μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων. Έτσι, η «κρισιακή» της πολιτική και ιδεολογική της σκευή συντίθεται από δύο παράγοντες: 1. Από την συλλήβδην απόρριψη του «παλαιού» και «διεφθαρμένου» πολιτικού κόσμου, που ευθύνεται για την «έλευση» της οικονομικής κρίσης καθώς και για τον «αφελληνισμό» της χώρας, και, 2. Από την προσίδια και συγκεκριμένη απόρριψη του «άλλου» και του «διαφορετικού». Σε αυτό το πλαίσιο, οι μετανάστες αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση «αποσταθεροποιητικού και αποκλίνοντος παράγοντα», οι οποίοι,  κατά το νεοναζιστικό μόρφωμα «απειλούν» το κυρίαρχο εθνικό υπόδειγμα και πρότυπο. 
Στον «κρισιακό» λόγο της Χρυσής Αυγής οι δύο παράγοντες μετασχηματίζονται σε ενιαίο ιδεολογικό όλον που επιδιώκει τον επικαθορισμό της κίνησης του μπλοκ των λαϊκών-υποτελών τάξεων. Με αυτόν τον τρόπο, η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή απευθύνθηκε και στην εργατική σφαίρα, ή αλλιώς στους (κατά τον Νίκο Πουλαντζά) «δρώντες παράγοντες της παραγωγής», έχοντας ως στόχο τον κοινωνικό και ιδεολογικό επικαθορισμό τους. Στις συνθήκες της βαθιάς και οξυμμένης οικονομικής κρίσης, η εργατική τάξη αίρει τα συγκροτησιακά χαρακτηριστικά μίας δεδομένης «υλικότητας», κάτι που συμβάλλει στην ποιοτική κοινωνική ενίσχυση του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας. 
Κι η Χρυσή Αυγή, ως πολιτικός «διαμεσολαβητής» μετατοπίζει κοινωνική ισχύ και «ενέργεια» προς την κατεύθυνση του αστικού συνασπισμού εξουσίας. Μία ανάλυση των διαθέσιμων εκλογικών δεδομένων θα μας επιτρέψει να εντοπίσουμε την διάρκεια και το εύρος της συγκεκριμένης εγκιβώτισης στο εσωτερικό του λαϊκού-εργατικού μπλοκ.  «Η καταγραφή της ψήφου προς τη Χρυσή Αυγή στις εκλογές του Ιουνίου του 2012 δείχνει μικρότερα ποσοστά στις αστικές περιοχές υψηλότερων εισοδημάτων (6,10 στη Γλυφάδα, αλλά μόνο 3,67 στο Ψυχικό· 2,94 στη Φιλοθέη· 2,28 στην Εκάλη και 4 στο Πανόραμα της Θεσσαλονίκης). Εδώ εξαιρείται για προφανείς λόγους η περιοχή Παπάγου (6,58). (σ.σ: Στη συγκεκριμένη περιοχή ψηφίζουν μέλη των ενόπλων δυνάμεων). Στις περιοχές υψηλών-μεσαίων εισοδημάτων τα ποσοστά ανεβαίνουν, αλλά είναι ακόμα κατώτερα του εθνικού μέσου όρου: 5,09 στο Χολαργό· 4,94 στην Αγία Παρασκευή· 5,07 στο Χαλάνδρι· 5,18 στο Μαρούσι. Στις περιοχές κατοικίας μισθωτών και εργατών τα ποσοστά είναι αισθητά μεγαλύτερα: 12,54 στο Μενίδι· 9,09 στο Κερατσίνι· 10,91 στο Πέραμα· 8,43 στη Νίκαια· 7,78 στο Περιστέρι·7,85 στο Αιγάλεω και 9,86 στην Ευκαρπία της Θεσσαλονίκης. Η ψήφος αυτή χαρακτηρίζεται δηλαδή από λαϊκή ταξικότητα», γεγονός που διαφοροποιεί τη Χρυσή Αυγή από το πρόδρομο σχήμα της ‘Άκρας Δεξιάς στην Ελλάδα, το ΛΑΟΣ, το οποίο ήταν πολυσυλλεκτικό και με ισχυρή επιρροή στις ανώτερες και υψηλές-μεσαίες περιοχές».  
Η χωρική κατανομή της ψήφου αποδεικνύει το ότι το νεοναζιστικό μόρφωμα εγκιβωτίστηκε στο εσωτερικό της καθημερινής «υλικότητας» και των περιοχών διαβίωσης της λαϊκής-εργατικής τάξης. Ενώ και στις Ευρωεκλογές του 2014, «η ΧΑ βρίσκει την υποστήριξη της περισσότερο στις «λαϊκές» και «μεσαίες» περιοχές. Αντίθετα, το ειδικό της βάρος μειώνεται στις «αστικές» και «μεσοαστικές» περιοχές. Είναι επομένως δυνατό μόρφωμα, που διεκδικεί στο επίπεδο της ψήφου ένα μέρος της «λαϊκής αντισυστημικότητας».  
H «κρισιακή» Χρυσή Αυγή «συγκροτήθηκε» και εγκιβωτίστηκε στο εσωτερικό ενός τμήματος της εργατική τάξης, λειτουργώντας ως «φορέας» συνάρθρωσης της ιδεολογίας και της βίας. Μερίδα της εργατικής τάξης (ευρύτερα του μπλοκ των λαϊκών-καταπιεσμένων τάξεων), συμφύθηκε με το «κρισιακό» νεοναζιστικό περιβάλλον το οποίο επεδίωκε και επιδιώκει την  συνεχόμενη διατήρηση του εθνικού είναι. Σε αυτό το πλαίσιο, η Χρυσή Αυγή «πολιτικοποίησε» και «ιδεολογικοποίησε» τους αντιπάλους της, την ίδια στιγμή που «θανατοποίησε» την δράση της, ασκώντας σωματική βία που έφτασε στα όρια της φυσικής εξόντωσης και μη-ζωής. 
Η Αριστερά  δεν πρέπει να  αναλύει και να «αναγιγνώσκει» τον φασισμό-ναζισμό ως αυτόματη και αναγωγιστική σύμφυση με το άρχον αστικό συγκρότημα εξουσίας. Αυτή η ανάλυση «περιχαρακώνει» τις κοινωνικές πτυχές του φασισμού-ναζισμού.  Στο πολλαπλό, πολύπλοκο και περίπλοκο πεδίο του κοινωνικού, παρεμβάλλονται διάφορες μορφές εκπροσώπησης και απεύθυνσης που τείνουν να προσιδιάζουν στην απόκτηση και αποκρυστάλλωση μίας τύποις «εργατικής-λαϊκής» φασιστικής-ναζιστικής όψης. Η Χρυσή Αυγή, εμπλεκόμενη στο εύρος της κοινωνικής «ολότητας», εναλλάσσει μορφές παρέμβασης, «ιδεολογικοποιεί» και «βιαιοποιεί» το πράττειν της, συγκροτεί δεσμούς κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης με ένα τμήμα του μπλοκ των λαϊκών-εργατικών τάξεων, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην προσίδια ανασημασιοδότηση του πεδίου του κοινωνικού. 
Είναι σπουδαία και εξαιρετικά κρυστάλλινη η ανάλυση του Νίκου Πουλαντζά. Ο Νίκος Πουλαντζάς, αναλύοντας την φασιστική ιδεολογική διείσδυση στο εσωτερικό της εργατικής τάξης επισημαίνει: «Η ιδεολογική λειτουργία, που έχει τους ίδιους στόχους με την καταπίεση, ασκείται μέσω του μικροαστικού «αντικαπιταλισμού» της φασιστικής ιδεολογίας. Γίνεται, όμως, αποτελεσματική μόνον όταν οικειοποιείται ορισμένα θέματα αυθεντικά «προλεταριακά», πράγμα που κάνει ουσιαστικά η αριστερίζουσα πτέρυγα του φασισμού. Η φιλεργατική πλευρά της φασιστικής ιδεολογίας (που πρόσεξε άλλωστε και η Διεθνής) είναι ολοφάνερη. Επιβιώνει κι όταν ο φασισμός βρίσκεται στην εξουσία, αλλά παρακμάζει κατά την περίοδο της σταθεροποίησης του. Τότε προωθείται η αμιγής «μικροαστική» πλευρά, με τη μορφή της συντεχνιακής ιδεολογίας. Κι εδώ τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα απ’ ότι φαίνονται. Η συντεχνιακή ιδεολογία του κατεστημένου φασισμού παρουσιάζει πολλές πλευρές: α) μια πλευρά, προωθούμενη από τον φασισμό στην ύπαιθρο, που συντίθεται από αυθεντικά κατάλοιπα της φεουδαρχικής ιδεολογίας, από τη μυστικοποιημένη προβολή κάποιας «κοινότητας» προσωπικών δεσμών. Η λειτουργίας της πλευράς αυτής συνίσταται στην απόκρυψη της εκμετάλλευσης και της ταξικής καταπίεσης. (σ.σ: πολύ σημαντικό στοιχείο). β) μια δεύτερη πλευρά, οφειλόμενη στις αυταπάτες που αναθερμαίνουν οι συνθήκες ζωής των μικροπαραγωγών της βιοτεχνικής περιόδου και τις οποίες ανέλυσαν οι Μαρξ-Ένγκελς: αυταπάτες κοινοβιακής ζωής (phalasteriennes-«κοινόβιο εργαζομένων») που επιβίωναν από την εποχή των guildes («είδος αλληλοβοηθητικού σωματείου εμπόρων του Μεσαίωνα») και του compagnonnage («Μεσαιωνικές συντεχνίες τεχνιτών»). Πρόκειται για τυπικές μορφές έκφρασης της μικροαστικής ιδεολογίας: νοσταλγία ενός μικροαστικού παρελθόντος εμπρός στο φάσμα της προλεταριοποίησης. Ο φασισμός καλλιέργησε την πλευρά αυτής της συντεχνίας μέσα στη μικροαστική τάξη αλλά και την εργατική. γ) ρεφορμισμός της συνεργασίας των τάξεων, δηλαδή την αντίληψη μιας ελεγχόμενης συνεννόησης εκπροσώπων «ισότιμων συνεταίρων» μέσα στους θεσμούς ενός κράτους-διαιτητή»· η πλευρά αυτή απουσιάζει εντελώς από τη συντεχνιακή φασιστική ιδεολογία».  
Η ανάλυση του Νίκου Πουλαντζά μας βοηθά να καταλάβουμε τους όρους της ιδεολογικής διείσδυσης της Χρυσής Αυγής στο εσωτερικό (ένα τμήμα) της εργατικής τάξης. Η «συντεχνιακή» της αντίληψη εκφράζεται και αποκρυσταλλώνεται την περίοδο της οικονομικής-κεφαλαιοκρατικής κρίσης, προσλαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά ενός εθνικά φορτισμένου «αντικαπιταλισμού». Σε αυτό το πλαίσιο, η εθνική-οικονομική κοινότητα ορίζεται και προσδιορίζεται ως οικονομική «συντεχνία», η οποία, οφείλει να υπερβεί το άμεσο και «κρισιακό» όλον. 
Όμως, η ιδεολογική χρήση και έννοια του «αντικαπιταλισμού» παραμένει ατελής και ανολοκλήρωτη. Έτσι, η έννοια του «αντικαπιταλισμού» «εργαλειοποείται» με βασικό στόχο την διεύρυνση της κοινωνικής απεύθυνσης του νεοναζιστικού μορφώματος στο εσωτερικό του μπλοκ των υποτελών τάξεων. Εδώ, οι όροι μεταβάλλονται και αντιστρέφονται. Ο προσίδιος «αντικαπιταλισμός» της Χρυσής Αυγής δύναται να  προσλάβει τα χαρακτηριστικά απόρριψης και καταγγελίας ορισμένων  «διαπλεκόμενων» με το «παλαιό» πολιτικό προσωπικό, επιχειρηματιών. Έτσι, παραμένει «μερικός» και ατελής, προοριζόμενος για  συγκεκριμένη ιδεολογική-κοινωνική «χρήση». Ο «αντικαπιταλισμός» της Χρυσής Αυγής μετασχηματίζεται στη μορφή ενός εθνικού και ομοιογενούς καπιταλισμού, στη μορφή μίας «μεγάλης» οικονομικής συντεχνίας-κοινότητας «αίματος» και «φυλής», που απορρίπτει και περιθωριοποιεί τους «μιαρούς» και τους «διαφορετικούς». Για την Χρυσή Αυγή, οι μετανάστες «απειλούν» την εθνική «κανονικότητα» και συνέχεια, ενώ ταυτόχρονα «απειλούν» και τις θέσεις εργασίας των εγχώριων εργαζομένων. 
Στο πλαίσιο αυτό, το όλο κανονιστικό πλαίσιο της ταξικής συγκρότησης αίρεται, αναδεικνύοντας εκείνες τις «γωνίες» και «ρωγμές» του «άλλου» (φυλετικά, ιδεολογικά & σεξουαλικά) που «απειλούν» την  μορφή της αδιατάρακτης εθνικής (καπιταλιστικής) συνέχειας. Η διείσδυση της στο εσωτερικό της εργατικής τάξης προτάσσει την μορφή του «καθαρού» εθνικού προτύπου. 
Η λεκτική και σωματική βία απετέλεσε έναν τύπο εμπέδωσης των σημαινόμενων του ιδεολογικού της λόγου. Ο λεκτικός «προπηλακισμός» δεν είναι αρκετός. Απαιτείται σωματική τιμωρία. Η Χρυσή Αυγή εισήγαγε στο πεδίο του κοινωνικού μία αντεστραμμένη μορφή του ποινικού δικαίου, ευρύτερα της ιεραρχικής έννομης τάξης: πλέον, δεν τιμωρείσαι για αυτό που έπραξες, αλλά για αυτό που είσαι.
Αυτή η εθνική κοινότητα, «συνίσταται στην απόκρυψη της εκμετάλλευσης και της ταξικής καταπίεσης», όπως επισημαίνει ο Νίκος Πουλαντζάς. Η Χρυσή Αυγή προσπάθησε να συνθέσει τις πλευρές μίας εθνικής μικροαστικής ιδεολογίας με διάφορες φιλεργατικές όψεις και «κορόνες», εκεί όπου το «δίκαιο του αίματος», πέρα και πάνω από ταξικές-κοινωνικές διαφορές,  συγκροτεί το κοινωνικό και οικονομικό όλον. 
Ο περιώνυμος «ιδεολογικός μηχανισμός» Χρυσή Αυγή, επεδίωξε και επιδιώκει την συγκρότηση μίας μεγάλης «εθνικής» οικονομικής κοινότητας, μίας κοινότητας οικονομικών και εθνικών δεσμών, η οποία θα εγχαράξει και θα νοηματοδοτήσει εκ νέου τον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής, σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης, λειτούργησε και λειτουργεί ως «μετατοπιστής» και «συσσωρευτής» λαϊκής-εργατικής ισχύος προς την πλευρά του άρχοντος συγκροτήματος εξουσίας, διευρύνοντας τα όρια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. 
Ασκώντας πολλαπλή λεκτική και σωματική βία ενάντια στους (φυλετικά & ιδεολογικά) «άλλους», «φορτίζοντας», «ιδεολογικοποιώντας» και «εθνικοποιώντας» περαιτέρω τα όρια της απεύθυνσης της προς το μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων, η Χρυσή Αυγή μετέβαλλε τους όρους της δεδομένης «κρισιακής» εκφοράς. Το νεοναζιστικό μόρφωμα χρησιμοποίησε τα εργαλεία μίας κυβερνολογικής του θανάτου ή της μη-ζωής, στο χώρο και στο χρόνο όπου αίρονται οι προϋποθέσεις συγκρότησης της υλικότητας και της «πολλαπλότητας» του κοινωνικού είναι και της ζωής. «Ως πολιτικοστρατιωτικό στοιχείο του ρατσιστικού Συστήματος (dispositif) ανέλαβε τη δεσπόζουσα στρατηγική λειτουργία της παραγωγής των όρων επιτυχούς εισαγωγής των νέων κανόνων ρύθμισης της ζωής του πληθυσμού, από τη στιγμή που το κρατικό σύστημα εξουσιών (ως κυριαρχικότητα, πειθαρχία ή διακυβέρνηση) φαινόταν ανίκανο να τους επιβάλλει. Η ΧΑ αποτέλεσε και αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ήττα της εξέγερσης και την επιτυχία της αναδιάρθρωσης του πληθυσμού». 
Είναι αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε η δραστηριοποίησε που θα συντείνει στην κοινωνική, πολιτική, ιδεολογική και εκλογική «άρση» της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής. Παντού, όπου η Χρυσή Αυγή προσπαθεί να συγκροτηθεί σε μαζικό όλον, το εργατικό κίνημα οφείλει να την αντιμετωπίσει με τα δικά του ιδεολογικά εργαλεία.  Η επιδίωξη «συνδικαλιστικοποίησης» της δύναται να συναντήσει την εργατική αντίδραση και καταδίκη. 
 
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου του παρόντος web site με οποιονδήποτε τρόπο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό,ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη. Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.

Media Kit


click image to open (pdf)

 

Follow us on Twitter

prefix="og: http://ogp.me/ns# fb: http://ogp.me/ns/fb#"